Μνήμη /mˈnimi/ Noun

English
memory
Русский
Память

Example

  • Έχει αξιοσημείωτη μνήμη (ανάκληση / θυμητικό / ενθύμηση) για ημερομηνίες.
  • She has a remarkable memory for dates.
  • Η 'μνήμη' εδώ είναι η γενική ικανότητα.