Μόνιμος /moˈni.mos/ AdjectiveEnglishpermanentРусскийпостоянныйExampleΔεν μπόρεσε να βρει **μόνιμη** δουλειά.She was unable to find a permanent job.Εδώ τονίζεται η έλλειψη σταθερότητας στην εργασία.