μοσχάρι /mosˈxari/ NounEnglishbeefРусскийНапрягExampleΤο ψητό μοσχάρι [μοσχάρι / βόειο κρέας / μοσχαρίσιο κρέας] ψήθηκε στην εντέλεια.The roast beef was cooked to perfection.Το 'μοσχάρι' είναι η πιο συνηθισμένη λέξη για το κρέας στο πιάτο.