μοτίβο /ˈpætərn/ Noun
- English
- pattern
- Русский
- Закономерность
Example
- Τα αστικά **μοτίβα** (σχέδιο / ρυθμός / δομή) της πόλης αλλάζουν τη ζωή μας.
- Changing patterns of urban life are reshaping our cities.
- Το 'μοτίβο' τονίζει την οπτική ή χρονική επανάληψη.