πρωτότυπο /ˈnɒvəl/ Noun

English
novel
Русский
роман

Example

  • Αυτή τη στιγμή [χτίζει/χτίζει] το πρώτο της [μυθιστόρημα/νουβέλα/ιστορία].
  • She is currently writing her first novel.
  • Το ρήμα 'χτίζω' (imperfective) δείχνει τη συνεχή διαδικασία της συγγραφής.