νεφρός /neˈfros/ NounEnglishkidneyРусскийпочкаExampleΥπέφερε από έναν επώδυνο νεφρικό [νεφρός / νεφράκι / νεφρική μονάδα] πυρετό.She suffered from a painful kidney infection.Το «νεφράκι» δίνει μια αίσθηση μικρού ή ευαίσθητου οργάνου.