νικώ /niˈko/ Verb

English
beat
Русский
победить / избить / вымотаться

Example

  • Ο Γιάννης [νικά] (νικώ / κερδίζω / υπερισχύω) εμένα στο σκάκι.
  • He beat me at chess.
  • Η λέξη 'νικώ' είναι η πιο άμεση μετάφραση για το 'beat' σε παιχνίδια.