Οκτώβριος /okˈtoːvɾios/ Noun

English
october
Русский
Октябрь

Example

  • Θα χτίσουμε το νέο μας γραφείο τον [Οκτώβριο] (χτίσω/χτίζω) — η άδεια είναι έτοιμη.
  • We are planning a trip for October.
  • Εδώ χρησιμοποιούμε το αόριστο 'χτίσουμε' γιατί είναι μία ολοκληρωμένη ενέργεια.