Προοπτική /ˈaʊtlʊk/ NounEnglishoutlookРусскийПерспективаExampleΤο ταξίδι διευρύνει την [Οπτική] σου.Travel broadens your outlook.Εδώ η «Οπτική» είναι η πιο φυσική επιλογή.