οροφή /oɾoˈfi/ Οροφή

English
ceiling
Русский
Потолок

Example

  • Η ψηλή οροφή έκανε τον χώρο να φαίνεται ευρύχωρος. [Οροφή / Οροφάρα / Στέγη] — Η οροφή έκανε τον χώρο να φαίνεται ευρύχωρος.
  • The high ceiling made the room feel spacious.
  • Το 'οροφή' είναι το πιο ουδέτερο και σύγχρονο.