θα έπρεπε /ða ˈeprepe/ Verb

English
ought
Русский
СЛЕДУЕТ (в значении подобающего долга)

Example

  • Θα έπρεπε να ζητήσουν συγγνώμη για τη συμπεριφορά τους.
  • They ought to apologize for their behavior.
  • Εδώ το «θα έπρεπε» δίνει έμφαση στην αναμενόμενη διόρθωση.