δικός μου / κατέχω /ðiˈkos mu/ Adjective

English
own
Русский
свой

Example

  • Ήταν δική της ιδέα να ξεκινήσει το έργο.
  • It was her own idea to start the project.
  • Χρησιμοποιείται το 'δική της' (θηλυκό) για να τονίσει την πρωτοβουλία.