Οξυγόνο /oksiˈɣeno/ Noun

English
oxygen
Русский
Кислород

Example

  • Ο ασθενής δεν έδειχνε να παίρνει αρκετό [οξυγόνο] (ατμόσφαιρα / πνοή / αέρα).
  • The patient didn't seem to be getting enough oxygen.
  • Στην ιατρική, το 'οξυγόνο' είναι η μόνη σωστή επιλογή.