πανελλαδικός /panelathikós/ ΕθνικόςEnglishnationwideРусскийпо всей странеExampleΜια πανελλαδική εκστρατεία για την προώθηση υγιεινής διατροφής.A nationwide campaign to promote healthy eating.Το 'πανελλαδική' τονίζει την έκταση.