παρ’ όλα αυτά /ˌnɒnˈnɛðələs/ Adverb

English
nonetheless
Русский
тем не менее

Example

  • Η δουλειά ήταν δύσκολη· παρ’ όλα αυτά, την ολοκλήρωσε.
  • The task was difficult; nonetheless, he finished it.
  • Εδώ το «παρ’ όλα αυτά» λειτουργεί ως γέφυρα αντίθεσης.