ωμής απεικόνισης /ˈɡræfɪk/ Επίθετο
- English
- graphic
- Русский
- Откровенный / Жестокий (в контексте контента); Графический (в контексте дизайна)
Example
- Η εταιρεία προσέλαβε έναν νέο **παραστατικό** σχεδιαστή. (Σχεδιαστής Γραφικών)
- The company hired a new graphic designer.
- Εδώ αναφέρεται στο 'graphic designer' (σχεδιαστής).