παρεμβαίνω /in.terˈve.no/ Verb

English
intervene
Русский
вмешаться

Example

  • Η αστυνομία χρειάστηκε να **παρεμβαίνει** (αόριστος) όταν το πλήθος έγινε επιθετικό.
  • The police had to intervene when the crowd became aggressive.
  • Εδώ χρησιμοποιούμε τον αόριστο (παρ. «παρενέβη») για την ολοκληρωμένη πράξη.