Πένθος /ˈpen.θos/ Noun

English
grief
Русский
Горе

Example

  • Την κατέλαβε το βαρύ πένθος (θρήνος / θλίψη / οδύνη) στην κηδεία.
  • She was overcome with grief at the funeral.
  • Το «βαρύ πένθος» είναι η πιο κλασική έκφραση.