Πέρασμα /peˈrasma/ Noun
- English
- passage
- Русский
- Переход / Проход
Example
- Ένα σκοτεινό στενό πέρασμα οδήγησε στην κεντρική αίθουσα. (Διάδρομος / Δίοδος / Οδός)
- A dark narrow passage led to the main hall.
- Εδώ τονίζεται η στενότητα και η λειτουργία της σύνδεσης.