περιλαμβάνω /kəmˈpraɪz/ Verb
- English
- comprise
- Русский
- включать в себя
Example
- Η συλλογή περιλαμβάνει (περιέχει / αποτελείται από / συνίσταται σε) 327 σπάνιους πίνακες.
- The collection comprises 327 rare paintings.
- Το «περιλαμβάνω» είναι η πιο άμεση μετάφραση, αλλά το «αποτελώ» ακούγεται πιο επίσημο.