Περιμένω /peɾiˈmeːno/ Verb

English
wait
Русский
Ждать/Подождать

Example

  • Χτύπησα το κουδούνι και [περιμένω].
  • She rang the bell and waited.
  • Η απλή, καθημερινή έκφραση της αναμονής.