Πλημμύρα /pliˈmiɾa/ Noun

English
flood
Русский
Заливать / Затопить (глаголы), Поток (существительное)

Example

  • Η έντονη βροχή προκάλεσε [πλημμύρα] σε πολλές περιοχές της χώρας.
  • The heavy rain caused floods in many parts of the country.
  • Η πιο συνηθισμένη λέξη για φυσική καταστροφή από νερό.