πλήρης απασχόληση /pliːˈris apaˈsχolisi/ Adjective

English
full-time
Русский
полная занятость / на полную ставку

Example

  • Είναι υπάλληλος με σύμβαση **πλήρους απασχόλησης**.
  • She is a full-time employee.
  • Το 'πλήρους απασχόλησης' είναι το πιο μαγνητικό ζεύγος για εργασία.