πολιτικός /poliˈtikos/ ΕπίθετοEnglishpoliticalРусскийполитическийExampleΟ μονάρχης δεν έχει ουσιαστική πολιτική εξουσία.The monarch holds no real political power.Εδώ το 'πολιτική' (θηλυκό) αναφέρεται στην εξουσία.