Περίβλεπτος /əˈruːdaɪt/ Εκπαιδευμένος

English
erudite
Русский
Эрудированный

Example

  • Ο πολυμαθής καθηγητής (σοφός / βαθύς γνώστης / διανοούμενος) παρέδωσε μια συναρπαστική διάλεξη.
  • The erudite professor delivered a captivating lecture.
  • Το 'Πολυμαθής' είναι η πιο άμεση και κομψή αντιστοιχία.