ποσότητα /posoˈtita/ Noun
- English
- quantity
- Русский
- количество
Example
- Η συνταγή απαιτεί μια συγκεκριμένη ΠΟΣΟΤΗΤΑ αλευριού. [Μέτρηση / Εκτίμηση / Ακριβής]
- The recipe requires a specific quantity of flour.
- Εδώ η 'ποσότητα' είναι μετρήσιμη και κρίσιμη.