πρόσφυγας /ˈpro.sfijas/ Noun
- English
- refugee
- Русский
- беженец
Example
- Υπάρχει μια σταθερή ροή **προσφύγων** από τη ζώνη του πολέμου.
- There has been a steady flow of refugees from the war zone.
- Η λέξη «ροή» (flow) ταιριάζει πολύ με την έννοια της συνεχούς άφιξης.