ΠΤΗΣΗ /ptiˈsi/ Noun

English
flight
Русский
ПОЛЁТ

Example

  • Η πτήση καθυστέρησε λόγω των κακών καιρικών συνθηκών (καθυστέρησε η πτήση [ανέβαλε / ανέβαλε / κράτησε πίσω]).
  • The flight was delayed due to bad weather.
  • Οι καθυστερήσεις είναι συχνό θέμα συζήτησης στα αεροδρόμια.