Ρομαντισμός /romantiˈzmos/ Noun
- English
- romance
- Русский
- Романтика
Example
- Το καλοκαιρινό μας το [ρομάντζο] τελείωσε μόλις γυρίσαμε στην πόλη.
- Their holiday romance ended as soon as they returned home.
- Το 'ρομάντζο' εδώ υποδηλώνει κάτι ελαφρύ, σχεδόν φευγαλέο.