σύγκρουση /siŋˈkro.si/ Noun
- English
- collision
- Русский
- столкновение
Example
- Η σύγκρουση των δύο τρένων ακούστηκε μίλια μακριά. (σύγκρουση / πρόσκρουση / συντριβή — της)
- The collision between the two trains was heard for miles.
- Το 'σύγκρουση' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.