Σκιά (ως δάνειο/νεολογισμός) /ʃeɪd/ Noun

English
shade
Русский
Тень (в значении колкости)

Example

  • Η [σκιά] της πευκοβελανιδιάς προσέφερε κάποια ανάσα.
  • The shade of the pine tree provided some protection.
  • Η λέξη «σκιά» εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.