Ξεσκίζω / Τέλος /ksɛˈziːzo/ Verb
- English
- rip
- Русский
- Порвать / Рвать (для физического действия); РИП (для сленга/смерти)
Example
- Σκίζω [σκίζω/σκίζεις/σκίζει] — του: Μου σκίστηκε το τζιν στο φράχτη.
- I ripped my jeans on the fence.
- Το «σκίστηκε» (παθητική φωνή) είναι ο πιο φυσικός τρόπος να το πεις.