σχοινί /sxoˈni/ NounEnglishropeРусскийверёвкаExampleΤο σχοινί [σχοινί / σπάγκος / κλωστή] κόπηκε κάτω από το βαρύ φορτίο.The rope snapped under the heavy load.Η λέξη 'σχοινί' είναι η πιο γενική και δυνατή επιλογή.