Έντονος /ˈen.do.nos/ Επίθετο
- English
- severe
- Русский
- Тяжёлый / Суровый
Example
- Οι τραυματισμοί του ήταν **βαθύς** (οξύς / δραματικός) — η κατάστασή του ήταν κρίσιμη.
- His injuries are severe.
- Στα ελληνικά, 'βαθύς' (deep) είναι πιο συχνό για σωματικές βλάβες.