spam (ως δάνειο) / ανεπιθύμητο /spæm/ Noun

English
spam
Русский
Спам

Example

  • Λαμβάνω τόσα πολλά [spam] στα επαγγελματικά μου emails, που χάνομαι.
  • I get so much spam in my work email.
  • Το 'spam' χρησιμοποιείται αυτούσιο, τονίζοντας την ψηφιακή του φύση.