Διάλειμμα /ðiˈalima/ Noun

English
break
Русский
перерыв

Example

  • Ήταν στο μεσημεριανό της διάλειμμα.
  • She was on her lunch break.
  • Το 'μεσημεριανό διάλειμμα' είναι η τυπική έκφραση για το lunch break.