Σταμάτα /staˈmata/ Ουσιαστικό

English
stop
Русский
Стоп / Остановиться

Example

  • Στην επόμενη **στάση** κατεβαίνω.
  • I get off at the next stop.
  • Η πιο συνηθισμένη λέξη για στάση λεωφορείου/τραίνου.