Κλειδωμένο /fiːkst/ Adjective
- English
- fixed
- Русский
- Починенный (для объекта) / Исправленный (для ошибки)
Example
- Αυτές οι σταθερές τιμές δίνουν στους αγρότες ένα βαθμό οικονομικής ασφάλειας. (Σταθερές / Πάγιες / Ακλόνητες)
- These fixed prices give farmers a degree of financial security.
- Σταθερές τιμές (fixed prices) είναι η πιο συχνή χρήση.