Σταθερός /staˈθeros/ Adjective

English
solid
Русский
Надёжный

Example

  • Ο πλανήτης Δίας μπορεί να μην έχει καθόλου [στερεή] επιφάνεια.
  • The planet Jupiter may have no solid surface at all.
  • Εδώ το 'στερεός' αναφέρεται στην φυσική κατάσταση.