Στοιχηματίζω / Συμφωνώ /sti.xma.ˈti.zo/ Ουσιαστικό
- English
- bet
- Русский
- ставить (пари) / договорились (сленг)
Example
- Έχασε ένα μεγάλο [στοίχημα] στον τελικό αγώνα.
- He lost a large bet on the final race.
- Το «στοίχημα» είναι το πιο ουδέτερο και καθολικό.