Στοργή /storˈʝi/ Noun
- English
- affection
- Русский
- Привязанность
Example
- Τα παιδιά χρειάζονται πολλή αγάπη και [στοργή] (αγάπη / τρυφερότητα / θέρμη) — η [στοργή] είναι το θεμέλιο.
- Children need lots of love and affection.
- Εδώ η στοργή τονίζει τη φροντίδα, όχι τον ρομαντισμό.