Στόχος /ˈstoχos/ NounEnglishtargetРусскийЦельExampleΗ ομάδα έθεσε νέο [στόχος] πωλήσεων για τη χρονιά.The team set a new sales target for the year.Το 'στόχος' εδώ είναι το οικονομικό μέτρο.