στρατηγική /stra.ti.iˈci/ NounEnglishstrategyРусскийстратегияExampleΗ οικονομική [Στρατηγική] της κυβέρνησης δείχνει αποτελέσματα.The government’s economic strategy is showing results.Εδώ τονίζεται η μακροπρόθεσμη κατεύθυνση.