Στρατιωτικός /stratiotikós/ Adjective

English
military
Русский
военный

Example

  • Η χώρα βρίσκεται υπό [στρατιωτική δικτατορία] — μια σκοτεινή περίοδος.
  • The country is under military rule.
  • Η λέξη 'δικτατορία' δίνει το βαρύ νόημα.