Σχεδιάζω /sxeˈðʝa.zo/ Noun
- English
- drawing
- Русский
- рисунок
Example
- Το παιδί μου έδειξε το [ζωγραφιά / σκίτσο / πλάνο] του για την οικογένειά του.
- The child showed me a drawing of his family.
- Το «ζωγραφιά» είναι πιο καλλιτεχνικό, το «σχέδιο» πιο γενικό.