Συγκεντρώνομαι /siŋɡenˈdromi/ Verb
- English
- concentrate
- Русский
- концентрироваться
Example
- Δεν μπορώ να **συγκεντρωθώ** (προσοχή / εστίαση / συγκέντρωση) με όλο αυτό τον θόρυβο.
- I can't concentrate with all that noise.
- Το «συγκεντρώνομαι» είναι το πιο άμεσο και συχνό.