Συγκριτικός /siŋkriˈftikos/ Adjective

English
comparative
Русский
Сравнительный

Example

  • Οι πρόσφυγες έζησαν σε **συγκριτική** ασφάλεια μετά τη διέλευση των συνόρων.
  • The refugees lived in comparative safety after crossing the border.
  • Εδώ σημαίνει 'σχετική' ή 'όχι απόλυτη' ασφάλεια.