Σύγκρουση /siŋˈkro.si/ Noun

English
conflict
Русский
конфликт

Example

  • Η βία ήταν το αποτέλεσμα των πολιτικών [σύγκρουση / αντιπαράθεση / διαμάχη] — των πολιτικών αντιπαραθέσεων.
  • The violence was the result of political conflicts.
  • Εδώ η «σύγκρουση» είναι ο όρος-ομπρέλα.