παρέα /gæŋ/ Noun

English
gang
Русский
ГЭНГ (в сленговом значении) / БАНДА (в криминальном значении)

Example

  • Η αστυνομία εργάζεται για να διαλύσει την πιο επικίνδυνη εγκληματική [Συμμορία] της πόλης.
  • The police are working to dismantle the city's most dangerous criminal gang.
  • Εδώ η έννοια είναι καθαρά εγκληματική.