συμβαίνω /simˈva.i/ Verb
- English
- happen
- Русский
- Случиться / Случаться
Example
- Δεν φαντάζεσαι τι συνέβη στο γραφείο σήμερα! (Τι να συμβεί / Τι να γίνει)
- You'll never guess what happened at the office today!
- Το «Τι να γίνει;» είναι πιο καθημερινό και εκφράζει έκπληξη.